Σάββατο, 21 Οκτωβρίου 2017

ως προς άωρον παιδίον


Ουδέποτε ψυχή διά των οφθαλμών εκχεομένη κατώρθωσε να περιβάλη το άωρον και ατελές έτι σώμα της διά τοσαύτης θερμής λάμψεως, ώστε εν ριπή οφθαλμού να εκμηδενίση τας της σαρκός ατελείας, δανείζουσα εις την ύλην τον άχρονον, τον αιώνιον τύπον της ιδίας αυτής τελειότητος. Η Μάσιγγα δεν ήτο πλέον το αγοροειδές κοράσιον της πρώτης εν τω ατμοπλοίω συναντήσεώς μου.


*

Το φαινόμενον τούτο διετέλει εις προφανή αντίφασιν προς τους εξωτερικούς της κόρης χαρακτήρας. Όσον τραχεία και αρρενωπός ήτον η έκφρασις του προσώπου της, τόσον τρυφερά και υπερφυώς γυναικεία εξεδηλούτο η ψυχή αυτής εν τω γέλωτι. Ενόσω την έβλεπες εφέρεσο προς αυτήν ως προς άωρον παιδίον όταν την ήκουες ηναγκάζεσο να την φαντάζεσαι ως το μόνον ιδανικόν ωρίμου παρθενικής τελειότητος.


Γεώργιος Βιζυηνός, Ποίος ήτον ο φονεύς του αδελφού μου, δημοσιευμένο κι εδωδά, στην ιστοσελίδα του Σπουδαστηρίου του Νέου Ελληνισμού. Διαπλέκται ο στοχασμός του συγγραφέα γύρω από μιαν αντίθεση με την ηγαπημένη μου λεξούλα. Ο ίδιος.

Τρίτη, 17 Οκτωβρίου 2017

η τέχνη του βιολιού


Σκεφτήκαμε ποτέ ότι άλλο είναι το σώμα μας και άλλο, ριζικά διαφορετικό, η συνείδησή μας; Η διαφορά υπάρχει και μεγαλουργεί, υπό την έννοια ότι, βασισμένη σιωπηρά και αρχαϊκά στην υποθήκη του σώματος, η συνείδηση έχει τη δυνατότητα να ανέρχεται από το κατώτερο στο ανώτερο.

Στην τέχνη του βιολιού παρατηρούμε κάτι ανάλογο. Όλα τα υλικά στελέχη του οργάνου (κλειδιά, χορδές, δοξάρι, χέρι, χορδοστάτης, καβαλάρης, θηλές) απαρτίζουν το σώμα του, κατασκευασμένο από ανθρώπινο χέρι, ενώ η μουσική ασφαλώς είναι κάτι έτερο.

Το εξόχως ιδιάζον στη λειτουργία αυτού του υλικότατου σώματος είναι η «ψυχή», «ένα λεπτό ραβδάκι από πεύκο που μεταβιβάζει τις ταλαντώσεις των χορδών στη ράχη του οργάνου, συμβάλλοντας έτσι στη διαμόρφωση του χαρακτηριστικού ήχου».

Κωστής Παπαγιώργης, Ο εαυτός (έκδ. Καστανιώτης, Αθήνα 2016, σ. 44).

Παρασκευή, 13 Οκτωβρίου 2017

η ηρεμία του Εσκιμώου


[...] Το βρέφος των Εσκιμώων για παράδειγμα το κρατά η μητέρα γυμνό στη ράχη της και έτσι η κοιλιά του δέχεται τη ζεστασιά του κορμιού της. Όταν το μωρό νιώθει πείνα, ξύνει τη ράχη της και βυζαίνει το δέρμα της, όταν πάλι θέλει να κάνει την ανάγκη του ουρεί και αφοδεύει χωρίς να εγκαταλείπει τη μητρική ράχη.

Το παράδειγμα είναι ανθρωπολογικό βέβαια, πλην όμως το γεγονός ότοι η μητέρα προλαβαίνει όλες τις ανάγκες του βρέφους διά της αφής μπορεί να εξηγήσει γιατί το μωρό σπανίως καταφεύγει στο κλάμα. Έτι εξηγείται και η μεταγενέστερη ηρεμία του Εσκιμώου μπροστά στις αναποδιές και τις κακοτυχίες. [...]

Κωστής Παπαγιώργης, Ο εαυτός (έκδ. Καστανιώτης, Αθήνα 2016, σ. 80).

Δευτέρα, 9 Οκτωβρίου 2017

η άρνηση της φύσης


Το ζώο ταυτίζεται με το φύλο του γιατί είναι το ίδιο το φύλο του. Η θηλυκή τίγρη είναι θηλυκή τίγρη και τίποτ' αλλο, κι ακόμη είναι όπως μια οποιαδήποτε άλλη θηλυκή τίγρη: οι διαφορές τους είναι ποσοτικές. Ενώ ο άνθρωπος είναι η άρνηση της φύσης, διαχωρίζεται απ' αυτήν και διεκδικεί έναν χώρο πάνω και πέρα: είναι αντιφυσιολογικός.

Ο οργασμός είναι κάτι ξένο προς το πνεύμα. Αυτό είναι το θεμελιώδες. Το εγώ ανακαλύπτει τον οργασμό όπως ανακαλύπτει το χαλάζι, τα μυρμήγκια και τη θάλασσα: ανακαλύπτει τη φύση.

Ο νέος που ερωτεύεται και πολιορκείται από τη φὐση είναι σίγουρος για την «ελευθερία» του, θεωρεί την ερωτική τάση Τάση Του και παραδίνεται σ' αυτή τη φορά που τον συνεπαίρνει συνολικά προς τον βυθό της φύσης. Δεν υποψιάζεται ότι επωμίζεται ένα μέρος της φύσης, νιώθει αυτόνομος ενώ είναι ετερόνομος.

Αυτή η βαθιά αντἰφαση, η συμπιεσμένη ετερονομία που συστέλλει φύλο και πρόσωπο είναι που τού διαφεύγει. Από τη στιγμή που θ' αρχίσει να νιώθει (απλός) φορέας κι όχι αυτόνομος, τὀτε ίσως αρχίσει να ανακαλύπτει τη μυστική υφή της ερωτικής έλξης.

*

Ωστόσο, γιατἰ αυτή η επιμονή στην προβολή του οργασμού τη στιγμή που υπάρχει ο απέραντος έρωτας της ψυχής; Κανείς δεν σκέφτεται να αναιρέσει τον τελευταίο, πρέπει να τονιστεί όμως κάτι ουσιώδες: ο κόσμος του συναισθήματος, της λέξης και της σκέψης (ψυχή) είναι ετερογενής προς τον κόσμο της θωπείας, της έλξης και του οργασμού (φύση), αλληλοαναιρούνται αντί να αλληλοσυμπληρώνονται.

Έτσι, καθώς το συναίσθημα τείνει να αποκτήσει τη σφαιρικότητά του κατακτώντας τον άλλον, καλεί σε βοήθεια τον οργασμό (η σκέψη γεννώ τη θωπεία κι η θωπεία τη σκέψη),

ο οποίος όμως διαλύει ό,τι ακριβώς κλήθηκε να ολοκληρώσει διεκδικὠντας τη σφαιρικότητα για τον εαυτό του.

Η φύση πετυχαίνει πάντα, η ψυχή σπάνια. Αυτή η διαφορά επιπέδων, η αντιθετική φορά, είναι που κάνει διστακτικό τον προσεχτικό εραστή (τη στιγμή του οργασμού η μία γυναίκα είναι όλες μαζί οι γυναίκες) και απομυθοποιεί τον έρωτα.

Ενώ στο συναίσθημα ο άλλος δίνεται σαν πρόσωπο, μοναδικό (ΑΝΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΤΟ), στον οργασμό αφοπλίζεται από τη μοναδικότητά του, γίνεται φύλο (ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΙΜΟ). Ο οργαμός αποπροσωποποιεί ό,τι προσωποποιεί το συναίσθημα, σβήνει τα ίχνη του δεσμού, γεννά την απαίτηση του τρίτου.

Ο άνθρωπος είναι άνθρωπος στο μέτρο που ξεφεύγει από τη φύση κι όμως για να βυθιστεί στην ερωτική πληρότητα θα πρέπει να υποχωρήσει στη φύση. Δηλαδή: η φύση δεν χρησιμοποιείται από τον άνθρωπο, τον χρησιμοποιεί. [...]

Κωστής Παπαγιώργης, Ο εαυτός (έκδ. Καστανιώτης, Αθήνα 2016, σσ. 144-146).

Πέμπτη, 5 Οκτωβρίου 2017

το ομοίωμα ανοιχτής παλάμης και η μούτζα


[...] η μούτζα δίνεται πάντα με το δεξί χέρι [...]. Η μούτζα, το φάσκελο, ή το σφάκελο είναι μία από τις πιο συνηθισμένες υβριστικές χειρονομίες του ελληνικού λαού. Αφήνοντας κατά μέρος την ετυμολογία του όρου και την πρώτη σημασία της χειρονομίας, αν ήταν δηλαδή αρχικά αποτροπαϊκή ή εξ αρχής υβριστική ή και τα δύο μαζί, επίσης τι ήταν αυτό που τη δημιούργησε και την επέβαλε, ένα είναι βέβαιο, ότι μόνο στον ελληνικό λαό έχει σημασία βρισιάς και κατάρας. Από το 15ο αιώνα τουλάχιστον το ρήμα σφακελίζειν ήταν συνώνυμο του ονειδίζειν, αλλά καμιά πληροφορία δεν είχαμε μέχρι τώρα γι' αυτή την ίδια τη χειρονομία, που για πρώτη φορά, απ' όσο ξέρουμε, απεικονίζεται στα Τριάντα.

Στη σκηνή της Κρίσης και απόνιψης του Πιλάτου, ο στρατιώτης που οδηγεί τον Χριστό στον πραίτορα, ενώ με το δεξί του χέρι σέρνει το σχοινί με το οποίο είναι δεμένος ο Ιησούς από τους καρπούς, με το αριστερό χέρι κρατά ένα ομοίωμα ανοιχτής παλάμης πάνω σ' ένα κοντάρι -ξεχωρίζουν ξεκάθαρα ο αντίχειρας αριστερά και τα υπόλοιπα τέσσερα δάχτυλα στη συνέχεια προς τα δεξιά.

Εύκολα ο νους πάει στη μούτζα ή φάσκελο ή σφάκελο, την υβριστική χειρονομία δηλαδή που ο Νικόλαος Πολίτης πιστεύει ότι είχε άμεση σχέση και προήλθε ίσως από το παμπάλαιο και σκληρό έθιμο της διαπόμπευσης.

*

Η επίδειξη της ανοιχτής παλάμης στον κόσμο της Εγγύς Ανατολής δεν είναι υβριστική χειρονομία, αλλά αποτροπαϊκή με βαθειές ρίζες στο απώτερο παρελθόν. Ιδιαίτερα στις μουσουλμανικές χώρες γίνεται ιερό σύμβολο που ίσως πηγάζει από τις συνεχείς αναφορές του κορανίου στο χέρι του Θεού. Αυτός ο ιερός συμβολισμός ενισχύεται περισσότερο από το μαγικό χαρακτήρα του αριθμού πέντε που προέρχεται από τις πέντε βασικές αρχές του Ισλάμ, τις πέντε καθημερινές προσευχές και τα πέντε μέλη της οικογένειας του Προφήτη.

Σύμφωνα με μια παράδοση ο Μωάμεθ, αφού βαφτίσε το χέρι του στο μελάνι και αποτύπωσε την παλάμη του πάνω σε ένα χαρτί, υπόδειξε στους πιστούς του, ότι αυτό το σχήμα θα τούς προφυλάσσει από τις παγίδες του πονηρού. Οι μουσουλμάνοι επίσης πιστεύουν ότι το χέρι έχει τριπλή μυστική σημασία: είναι εικόνα της θείας Πρόνοιας, σύνοψη του θείου Νόμου και το κεφάλαιο της θρησκείας. Το χέρι λοιπόν του «προφήτη» ή της «Φατιμάς», κόρης του Μωάμεθ, το χέρι του «Χουσεΐν», εγγονού του, και το χέρι του «Αλή», ήρωα των Σιιτών, είναι όχι μόνο αποτροπαϊκό των κακών πνευμάτων, αλλά και ισχυρό όπλο κατά των εχθρών. Σαν σύμβολο λοιπόν με τέτοιες ιδιότητες γίνεται όχι μόνο φυλακτό για ανθρώπους, ζώα και κτήρια αλλά ζωγραφίζεται πάνω σε αγγεία και το σημαντικό για την περίπτωση που μάς απασχολεί, τοποθετείται πάνω σε σημαίες του στρατού. Τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι τα λάβαρα των Τούρκων με την εικόνα της συμβολικής παλάμης πάνω τους, που έμειναν στο πεδίο της μάχης μετά την αποτυχημένη πολιορκία της Βιέννης στα 1683.

Ηλίας Κόλλιας, Η μνημειακή εκλεκτική ζωγραφική στη Ρόδο στα τέλη του 15ου και στις αρχές του 16ου αιώνα. Μνήμη Μανόλη Χατζηδάκη. Ακαδημία Αθηνών, 29 Φεβρουαρίου 2000 (έκδ. Ακαδημίας Αθηνών, Αθήνα 2000, σσ. 42, 43-44).