Δευτέρα, 19 Φεβρουαρίου 2018

ο γάτος της γειτονιάς


[...] Τα κεραμίδια αυτά τα χαμηλά τα γνωρίζει καλά ο γάτος της γειτονιάς με την ουράν τον ανήφορον από την νευρικήν επίδρασιν του φεγγαριού. Τα γνωρίζει καλά και η κουκουβάγια, ασφαλής απόγονος της γλαυκός της Αθηνάς, που μέσα στο σκοτάδι λαμποκοπούν τα μάτια της και ανοιγοκλείνει τις φτερούγες της χωρίς να γνωρίζη ότι κάθε της κίνησις ημπορεί να χαρίση κάτι εις την τέχνην.

*

Αν η Εκκλησία έσωσε το Γένος, το σπίτι έσωσε τον 'Ελληνα· χωρίς αυτόν τί γένος θα είχαμε; Η Εκκλησία ύμνησε τον μάρτυρα, αλλά το σπίτι τον εδημιούργησεν. Αν οφείλομεν πολλά εις τον άμβωνα, δεν οφείλομεν ολίγα εις την παραφωτιά της γρηάς.

Δ. Γρ. Καμπούρογλου, Το Ριζόκαστρον (από τας παλαιάς Αθήνας). Ιστορικός Οδηγός (έκδ. Εστία 1920, ανατ. Καραβία, Αθήνα 2012, σσ. 19-20).

Πέμπτη, 15 Φεβρουαρίου 2018

τα σπιτάκια της Αθήνας


[...] είναι άφθαστη πάλιν η ευμορφιά των βράχων της Πελασγικής αρχαιότητος, με τα ιερά της σπήλαια και τας αναθηματικάς των κόγχας, λειψάνων της ευλαβείας των απωτάτων προγόνων μας.

[...]

Διατηρούνται ακόμη τα ήμερα και απέριττα σπιτάκια της [Αθήνας]. Δεν ομιλούμεν δια τα σπίτια των ολίγων αρχόντων με τον θαυμάσιον ξενώνα, τον οποίον ως εκ του αξιώματός των ησθάνοντο κάποιαν υποχρέωσιν να έχουν, και με τα κονάκια δια τους χωρικούς κολλήγους γύρω εις την απέραντον αυλήν και κάτω από τας στοάς της, με βρύσιν νερού ιδιοκτήτου και με συντριβάνια ακόμη.

Ομιλούμεν δια τα σπίτια των πολλών. Τί να τα κάμουν οι Αθηναίοι της Τουρκοκρατίας τα μεγάλα σπίτια; Τα ήθελαν όσο δια να χωρούν και δια να ζούν μέσα εις αυτά καλά και ειρηνικά. Ηύξανεν η οικογένεια; Προσετίθετο κάπου και ένα ακόμη δωμάτιον. Επαντρεύοντο τα παιδιά; Ας είναι καλά τα πεθερικά και η γιαγιά, που επροίκιζε τον έγγονόν της και ιδίως την αγαπητήν της εγγόνα, με το σπιτάκι που είχε κληρονομιά από κάποια θειά της.

Μεγάλο σπίτι ήτον τότε η εκκλησία· οι άνδρες είχαν και το παζάρι, το ωραίον, παστρικόν και σκεπασμένον με κληματαριά παζάρι· οι άρχοντες είχαν και το Κουσέγιο, το Δημογεροντείον να πούμε.

Το σπιτάκι των παλαιών Αθηνών ήτο μικρόν, αλλά η αυλή του ήτο πάντοτε περιποιημένη και ωραία. Είχε το πηγαδάκι της εις την θέσιν του αρχαίου βωμού, δια του οποίου εγίνετο επικοινωνία με τον μυστικόν κόσμον. Είχε λεμονόδενδρα -η μυρωδιά του ανθού των ενέπνευσεν εις τον Βύρωνα το ποίημα «Ζωή μου σ' αγαπώ»- και στο πλατύσκαλον απάνω εκουνιώτανε καμαρωτός στο φύσημα του βοριά ο φουντωτός βασιλικός. Τί να τα κάμουν οι Αθηναίοι τα μέγαρα; Και ο Σωκράτης σπιτάκι είχε. [...]

Δ. Γρ. Καμπούρογλου, Το Ριζόκαστρον (από τας παλαιάς Αθήνας). Ιστορικός Οδηγός (έκδ. Εστία 1920, ανατ. Καραβία, Αθήνα 2012, σσ. 18, 18-19).

Κυριακή, 11 Φεβρουαρίου 2018

τα τείχη των Αθηνών


Εφόσον η ακατανόητη κινησιολογία
της σαύρας ξαφνιάζει
δεν είναι εύλογη
η ακαριαία ακινησία της πέτρας; *

[...]

Το παλαιότερον όμως τείχος των Αθηνών που υπήρχε μέχρι του έτους 1778 ήτο ένα πολύ παράδοξον πράγμα. Απετελείτο δηλαδή από ερειπιωμένα κομμάτια των τειχών πάντων των αιώνων που επέρασαν από τας Αθήνας, και από τα εξωτερικά τοιχώματα των σπιτιών που ήσαν τοποθετημένα επίτηδες έτσι με την έξω αυτών πλευράν χωρίς παράθυρα, δια να συμπληρώνουν, όπως ήτο δυνατόν, τα κενά μέρη του ποικιλωτάτου αυτού τείχους.

Το τειχίον όμως του 1778 με τας επτά του πύλας, -μία από αυτάς είναι και η Καμαρόπορτα, λεγομένη και πόρτα της Βασιλοπούλας, δηλ. η γνωστή ως Πύλη του Αδριανού- το τειχίον αυτό, που εκτίσθη προς απόκρουσιν των τότε Τουρκαλβανικών επιδρομών, είχε μεγαλειτέραν περιφέρειαν του παλαιοτέρου και ήτο οπωσδήποτε ομοιόμορφον και κατά το ύψος και κατά το πάχος, και μόνον το προς οικοδομήν του υλικόν ήτο ποικιλώτατον· διότι, δια να κατασκευασθή το τειχίον αυτό, γρήγορα γρήγορα μάλιστα, εχρησιμοποιήθη πλην του υλικού των αρχαίων και μεσαιωνικών τειχών και το υλικόν παντός ετοιμορρόπου, ενίοτε και μη ετοιμορρόπου, βυζαντινού και αρχαίου ακόμη μνημείου, το οποίον είχον σεβασθή τόσοι αιώνες.

Ως εργάται εχρησιμοποιήθησαν στανικώς όλοι οι κάτοικοι της πόλεως, μεγάλοι και μικροί, άνδρες και γυναίκες, άρχοντες, νοικοκυραίοι, παζαρίτες και ξωτάρηδες.

Δια να εννοήσετε τί έγινεν, αρκεί να σάς είπω ότι του έργου προΐστατο ο περιβόητος Χατζαλής Χασεκής, κρατών ένα βούρδουλαν, με τον οποίον εκολάκευε την φιλοτιμίαν των κατοίκων.

[...]

Αυτό λοιπόν το κομμάτι των παλαιών Αθηνών ονομάζεται ακόμη και σήμερα από τους κατοίκους του Ριζόκαστρον, ως ευρισκόμενον εις την ρίζαν του Κάστρου, δηλαδή υπό τους βορεινούς βράχους της Ακροπόλεως.

Εκκλησίαι υπήρχον εις το Ριζόκαστρον πολλαί και παλαιαί. Ενοριακαί όμως ήσαν ο 'Αγιος Νικόλαος του Ραγκαβά, ο 'Αγιος Ιωάννης του Μαγγούτη και η Χρυσοκαστριώτισσα. Υπήρχε δε και παλαιόν μοναστήρι, το σήμερον χρησιμεύον ως Μετόχι του Αγίου Τάφου.


Δ. Γρ. Καμπούρογλου, Το Ριζόκαστρον (από τας παλαιάς Αθήνας). Ιστορικός Οδηγός (έκδ. Εστία 1920, ανατ. Καραβία, Αθήνα 2012, σσ. 7-8, 11).


*

η Υπηρέτρια ακτινοβολία συνεορτάζει

-----
* Στο motto σμικρό ποίημα του Γιώργου Βέλτσου, με τίτλο «Ερώτημα δεύτερο», εκ της συλλογής Στην Παράδεισο (έκδ. Πλέθρον, Αθήνα 1994, σ. 12), απ' όπου και ο καταληκτικός ως άνω στίχος (σ. 25).

Τετάρτη, 7 Φεβρουαρίου 2018

ο θηλυκός δαίμονας, αυτή η διαβολογυναίκα


[...] Ο ποιητής μάς δίνει την απάντηση της κυράς Αφροδίτης, χωρίς προηγουμένως να έχει αναφέρει την ερώτηση του Τανχάουζερ, που προκαλεί αυτή την απάντηση. Μ’ αυτή την έλλειψη, η φαντασία μας κερδίζει έκταση περισσότερο ελεύθερη και μάς αφήνει να εννοήσουμε όλα όσα ο Τανχάουζερ, μπορούσε να πεί και, που θα ήταν ίσως πολύ δύσκολο, να συνοψιστούν σε λίγα λόγια. Παρ' όλη τη μεσαιωνική του απλοϊκότητα και θεοσέβεια, ο παλιός ποιητής βρήκε τρόπο να ζωγραφίσει τα ολέθρια σαγηνεύματα και την αναίσχυντη διαγωγή της κυράς Αφροδίτης.

*
Ένας συγγραφέας νεότερος και διεφθαρμένος ήθελε να ζωγραφίσει καλύτερα απ' αυτόν τη φυσιογνωμία αυτού του θηλυκού δαίμονα, αυτής της διαβολογυναίκας, με όλη την ολυμπιακή έπαρσή της και τη μεγαλοπρέπεια του πένθους της, φανερώνοντας μ' όλα ταύτα την ερωτότροπο γυναίκα. Είναι μια εταίρα ουράνια και αρωματισμένη με αμβροσία, είναι μια θεά με τις καμέλιες και σαν να λέμε, μια θεά που τη συντηρούν.

Αν ανατρέξω στις αναμνήσεις μου, ασφαλώς την είχα συναντήσει κάποια μέρα που διάβαινα από την πλατεία Μπρεντά και την είδα να διαβαίνει με βήμα γοργό και χαριτωμένο.

Φορούσε ένα απλούστατο καπελάκι γκρίζο, και ήταν τυλιγμένη από το λαιμό ὠς τις φτέρνες μ' ένα βαρύτιμο σάλι των Ινδιών, που η άκρη του σερνόταν στο λιθόστρωτο. «Δώστε μου τον ορισμό αυτής της γυναίκας», είπα στον ντε Μπαλζάκ που με συνόδευε.

«Είναι μια από εκείνες που τίς συντηρούν», μού απάντησε ο μυθιστοριογράφος. Εγώ υπέθετα ότι ήταν μάλλον δούκισσα. Από τις πληροφορίες ενός κοινού φίλου που συναντήσαμε, μάθαμε ότι και οι δύο είχαμε δίκιο. [...]

Ερρίκος Χάινε, Οι εξόριστοι Θεοί (έκδ. Σμυρνιωτάκης, χ.χ., σσ. 42-43).

Σάββατο, 3 Φεβρουαρίου 2018

από την διεφθαρμένη και βδελυρή εποχή της ειδωλολατρείας...


Ο Ερρίκος Κίτσλερ καθόλου δεν συγκινήθηκε απ' αυτά τα λόγια. Αδερφέ, μού είπε με θλιμένο και ειρωνικό χαμόγελο, μάταιος ο κόπος σου. Αυτά που μού λες, τα έχω όλα μελετημένα με περισσότερη ωριμότητα από σένα και τα έχω όλα γραμμένα στο χαρτί. Έχω περιγράψει στο χειρόγραφό μου με τα πιο ζωηρά χρώματα τη διεφθαρμένη και βδελυρή εποχή της ειδωλολατρείας. Μπορώ μάλιστα, να καυχηθώ πως οι τολμηρές πινελιές μου είναι άξιες να παραβληθούν με τα καλύτερα έργα των Πατέρων της Εκκλησίας.

Απέδειξα πως οι Έλληνες και οι Ρωμαίοι είχαν πέσει στην κραιπάλη, παρασυρόμενοι από το παράδειγμα των Θεών τους, που, αν πρέπει να τούς κρίνουμε από τα ελαττώματα που τούς φορτώνουν στη ράχη, μετά βίας ήταν άξιοι να περνούν, έστω, και για άνθρωποι.

Το είπα και το τόνισα, πως ο ανώτερος από τους Θεούς, ο ίδιος ο Ζευς, αν τον εξετάσουμε σύμφωνα με τους νόμους του ποινικού κώδικα του Ανόβερου, ήταν δίκαιο να τον στείλουν χίλιες φορές στα κάτεργα, αν όχι στην κρεμάλα. [...]
*
[...] Να το ομολογήσω, κατάντησα να αισθανθώ κι εγώ κάποια βέβηλη συμπάθεια, σ’ αυτά τα λείψανα της ειδωλολατρείας, αυτά τα ωραία αγάλματα που, πολύ πρωτύτερα από τη γέννηση του Χριστού, ανήκαν πλέον, όχι σε μια θρησκεία νεκρή, αλλά στην τέχνη που ζεί αιώνια. Κάποια μέρα, που ανασκάλιζα στη βιβλιοθήκη μου, τα μάτια μου δάκρυσαν, καθώς διάβαζα την υπεράσπιση των ελληνικών ναών γραμμένη από τον Λιβάνιο.
Ο γέρος Έλληνας εξόρκιζε τους θεοσεβείς βαρβάρους με τις πιο συγκινητικές εκφράσεις να προφυλάξουν από την καταστροφή αυτά τα πολύτιμα αριστουργήματα, που το δημιουργικό πνεύμα των Ελλήνων στόλισε μ’ αυτά την οικουμένη. Παράκληση μάταιη! Τα άνθη του έαρος της ανθρωπότητας, αυτά τα μνημεία μιας περιόδου που δεν θα ξανάρθει πια τα εξαφάνισαν για πάντα οι προσπάθειες του εξολοθρευτικού τους ζήλου... 
*
[...] Στα αγάλματα και στους ειδωλολατρικούς ναούς, ο χριστιανός δεν έβλεπε μόνο το αντικείμενο μιας κενής λατρείας και μιας μάταιης πλάνης. Όχι, θεωρούσε αυτούς τους ναούς σαν τα φρούρια του Σατανά και πίστευε ότι οι θεοί, που παράσταιναν αυτά τα αγάλματα, έχουν μέσα τους ζωή πραγματική. Κατά τη γνώμη τους, όλοι αυτοί οι θεοί ήταν δαιμόνια.

Ερρίκος Χάινε, Οι εξόριστοι Θεοί (έκδ. Σμυρνιωτάκης, χ.χ., σσ. 11-12, 13-14, 15).

Τρίτη, 30 Ιανουαρίου 2018

να μη λέγω προσευχές;


Ένας αδελφός πολεμήθηκε με την ιδέα να κατοική μόνος του και το φανέρωσε στον Αββά Ηράκλειο. Και εκείνος τού λέγει, στηρίζοντάς τον:

«Κάποιος γέρων είχε μαθητή πολύ υπάκουο για πολλά χρόνια. Κάποτε λοιπόν τον πολέμησε μια ιδέα, έβαλε μετάνοια στον γέροντα και τού είπε: Δός μου την άδεια να ζήσω μόνος. Τού λέγει ο γέρων: Βρές τόπο, σού φτιάχνουμε κελλί και ζήσε μόνος. Πήγε και βρήκε τόπο, κάπου. Ήλθαν λοιπόν εκεί και έφτιαξαν ένα κελλί. Και λέγει ο γέρων στον αδελφό: Να κάμης αυτό που θα σού πώ. Όταν πεινάς, φάγε, πιες και κοιμήσου. Μόνο από το κελλί σου να μη βγής έως το Σάββατο. Τότε, έλα κοντά μου.

Ο αδελφός, για δυό μέρες συμμορφώθηκε με την εντολή αυτή. Την τρίτη όμως μέρα, βαρέθηκε και λέγει: Γιατί ο γέρων μού το έκαμε αυτό, να μη λέγω προσευχές; Σηκώθηκε λοιπόν και έψαλλε πολλά. Και σαν βασίλεψε ο ήλιος, έφαγε. Σηκώθηκε ύστερα και πήγε να κοιμηθή στο ψαθί του. Οπότε βλέπει εκεί έναν Αράπη οπού έτριζε τα δόντια εναντίον του. Φοβήθηκε, το έβαλε στα πόδια και πήγε στον γέροντα. Χτυπά την πόρτα και φωνάζει: Αββά, λυπήσου με και άνοιξε. Αλλά ο γέρων, ξέροντας ότι δεν είχε τηρήσει τον λόγο του, δεν τού άνοιξε έως το πρωί.

Ανοίγοντας το πρωί, τον βρήκε έξω να παρακαλή. Τον λυπήθηκε και τον έμπασε μέσα. Τότε τού λέγει ο μαθητής του: Σε παρακαλώ, πάτερ. Αράπη είδα στο ψαθί μου όταν πήγα να κοιμηθώ. Και εκείνος τού λέγει: Αυτό το έπαθες γιατί δεν έκαμες όπως σού είπα. Και αφού τον δίδαξε, όσο άντεχε ο νους του, τα σχετικά με τον μονήρη βίο, τον έστειλε στο καλό. Και εκείνος πράγματι, σιγά σιγά, κατώρθωσε να γίνη καλός μοναχός αυτού του είδους».

Είπε γέρων. Το ‘Γεροντικόν’ σε νεοελληνική απόδοση (υπό Βασ. Πέντζα, έκδ. Αστήρ – Παπαδημητρίου, Αθήνα 1983, σσ. 90-91).